Ο Οκτώβριος, θεσμοθετημένος διεθνώς ως μήνας πρόληψης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για τον καρκίνο του μαστού, μας δίνει την ευκαιρία να αναδείξουμε την σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, της ανάγκης για ένα αποτελεσματικό σύστημα υγείας και της ύπαρξης δομών και επαγγελματιών υγείας για την στήριξη των γυναικών και των οικογενειών τους.
Στην Ελλάδα περιπου το 3% των γυναικών (κάτω των 50 ετών) θα εμφανίσει καρκίνο του μαστού στην εγκυμοσύνη ή την λοχεία (θηλασμό). Νεότερες μελέτες δεν δείχνουν στατιστικά σημαντικά χειρότερη πρόγνωση για γυναίκες που η διάγνωση έγινε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της λοχείας, όταν τις συνέκριναν με γυναίκες που είχαν όγκους ίδιου σταδίου και χαρακτηριστικών.
Οι φυσιολογικές αλλαγές στην εγκυμοσύνη και την λοχεία (θηλασμό) καθυστερούν συχνά τη διάγνωση, αφού το 80% των ψηλαφητών ευρημάτων αφορούν σε καλοήθεις παθήσεις όπως είναι τα ινοαδενώματα, οι γαλακτοκήλες, τα αδενώματα, οι κύστεις, κ.α. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει επανέλεγχος εντός δυο εβδομάδων σε οποιοδήποτε ψηλαφητό εύρημα, σωστή λήψη ιστορικού, που δίνει στοιχεία για το οικογενειακό ιστορικό, όπως και για τον χρόνο έναρξης των συμπτωμάτων.
Ο υπέρηχος και η μαστογραφία με κατάλληλη κάλυψη στην περιοχή της κοιλιάς δεν αντενδείκνυται ούτε κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, αφού είναι σημαντικά διαγνωστικά εργαλεία. Η μαγνητική (με σκιαγραφικό) ενδείκνυνται μετά το τέλος της εγκυμοσύνης. Η διάγνωση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με βιοψία και κυτταρολογική/ιστολογική εξέταση του δείγματος.
Η θεραπεία του καρκίνου του μαστού συνίσταται στη χειρουργική επέμβαση, στη χημειοθεραπεία, στην ακτινοθεραπεία και στην ορμονοθεραπεία. Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου αντιμετώπισης, μετά από συμβουλευτική της γυναίκας με τους κατάλληλους επαγγελματίες υγείας, εξαρτάται από το στάδιο της εγκυμοσύνης ή την περίοδο της λοχείας, από την ύπαρξη ή όχι γονιδίου σχετιζόμενου με τον καρκίνο του μαστού, καθώς επίσης και με την μελλοντική γονιμότητα.
Οι μαίες/τες, σε συνεργασία με άλλους επαγγελματίες υγείας, βρίσκονται δίπλα στις γυναίκες και τις οικογένειες τους σε όλη την διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου για να τις ενημερώσουν, να τις υποστηρίξουν και να τους παρέχουν εξειδικευμένη και εξατομικευμένη φροντίδα σε αυτές τις ιδιαίτερες περιστάσεις.